Greek Vocabulary
Click on letter: GT-Google Translate; GD-Google Define; H-Collins; L-Longman; M-Macmillan; O-Oxford; © or C-Cambridge

GT GD C H L M O
a

GT GD C H L M O
access /ˈæk.ses/ = NOUN: πρόσβαση, είσοδος, προσέγγιση, προσχώρηση, φθάσιμο; USER: πρόσβαση, μεταβείτε, πρόσβαση σε, πρόσβασης, έχουν πρόσβαση

GT GD C H L M O
adobe /əˈdəʊ.bi/ = NOUN: πλίθα, ηλιόψητος, πλίνθος, πλίθρα; USER: πλίθα, ηλιόψητος, Adobe, το Adobe, πλίθας

GT GD C H L M O
agile /ˈædʒ.aɪl/ = ADJECTIVE: ευκίνητος, εύστροφος; USER: ευκίνητος, εύστροφος, ευέλικτη, ευέλικτο, ευκίνητη

GT GD C H L M O
also /ˈɔːl.səʊ/ = ADVERB: επίσης, επί πλέον; USER: επίσης, και, επίσης να, επίσης να

GT GD C H L M O
an /ən/ = ARTICLE: ένα, μια, ένας; USER: ένα, μια, ένας, μία, η

GT GD C H L M O
analysis /əˈnæl.ə.sɪs/ = NOUN: ανάλυση, ψυχανάλυση; USER: ανάλυση, ανάλυσης, την ανάλυση, αναλύσεις, αναλύσεως

GT GD C H L M O
and /ænd/ = CONJUNCTION: και; USER: και, και την, και να, και της, και των, και των

GT GD C H L M O
apache = NOUN: απάχης; USER: απάχης, Apache, Απάτσι, του Apache

GT GD C H L M O
api /ˌeɪ.piˈaɪ/ = USER: api, ΑΡΙ, την API, API για

GT GD C H L M O
application /ˌæp.lɪˈkeɪ.ʃən/ = NOUN: εφαρμογή, αίτηση, επίθεση, επίθεμα, επίδοση; USER: εφαρμογή, αίτηση, εφαρμογής, αίτησης, την εφαρμογή

GT GD C H L M O
applications /ˌæp.lɪˈkeɪ.ʃən/ = NOUN: εφαρμογή, αίτηση, επίθεση, επίθεμα, επίδοση; USER: εφαρμογές, αιτήσεις, εφαρμογών, αιτήσεων, οι αιτήσεις

GT GD C H L M O
april /ˈeɪ.prəl/ = NOUN: Απρίλιος; USER: Απρίλιος, Απρ., Απρίλης, Απρίλιο, Απρ

GT GD C H L M O
arts /ɑːt/ = NOUN: τέχνη; USER: τέχνες, τεχνών, Arts, τέχνης

GT GD C H L M O
assigned /əˈsaɪn/ = VERB: αναθέτω, εκχωρώ, απονέμω, προσδιορίζω; USER: ανατεθεί, εκχωρηθεί, ανατίθενται, αποδίδεται, έχουν ανατεθεί

GT GD C H L M O
assurance /əˈʃʊərəns/ = NOUN: διαβεβαίωση, ασφάλεια; USER: διαβεβαίωση, ασφάλεια, διασφάλισης, διασφάλιση, διασφάλισης της

GT GD C H L M O
at /ət/ = PREPOSITION: στο, κατά, στη, στον, εις, εν; NOUN: παπάκι; USER: στο, κατά, στη, στον, σε, σε

GT GD C H L M O
august /ɔːˈɡʌst/ = ADJECTIVE: σεβάσμιος; USER: Αύγουστος, Αυγ., Αύγ., Αύγουστο, Αυγ

GT GD C H L M O
baccalaureate

GT GD C H L M O
bachelor /ˈbætʃ.əl.ər/ = ADJECTIVE: άγαμος; NOUN: απόφοιτος, εργενής, τελειόφοιτος; USER: άγαμος, Bachelor, πανεπιστημίου, πτυχίο, μπάτσελορ

GT GD C H L M O
back /bæk/ = ADVERB: πίσω, οπίσω, όπισθεν; NOUN: πλάτη, βάθος, νώτα, κώλος; VERB: υποστηρίζω, οπισθοχωρώ; USER: πίσω, πλάτη, back, πίσω μέρος, επιστροφή, επιστροφή

GT GD C H L M O
basic /ˈbeɪ.sɪk/ = ADJECTIVE: βασικός, θεμελιώδης; USER: βασικός, βασικές, βασικού, βασική, βασικών

GT GD C H L M O
bean /biːn/ = NOUN: φασόλι, κόκκος, φασίολος, κουκί, κύαμος; USER: φασόλι, φασόλια, φασολιών, σόγιας, φασολιού

GT GD C H L M O
beans /biːn/ = NOUN: φασόλι, κόκκος, φασίολος, κουκί, κύαμος; USER: φασόλια, τα φασόλια, κόκκους, φασολιών, κόκκοι

GT GD C H L M O
boundary /ˈbaʊn.dər.i/ = NOUN: σύνορο; USER: σύνορο, όριο, όρια, ορίου, ορίων

GT GD C H L M O
bugs /bʌɡ/ = NOUN: έντομο, μικρόβιο, κοριός; USER: σφάλματα, bugs, ζωύφια, σφαλμάτων, έντομα

GT GD C H L M O
calls /kɔːl/ = NOUN: λεωφορείο; USER: κλήσεις, κλήσεων, καλεί, ζητεί, ζητεί από

GT GD C H L M O
carried /ˈkær.i/ = VERB: μεταφέρω, κουβαλώ, κρατώ, βαστάζω, έχω, βαστώ, κατακτώ; USER: που, διεξάγεται, πραγματοποιείται, πραγματοποιηθεί, πραγματοποιούνται

GT GD C H L M O
cases /keɪs/ = NOUN: περίπτωση, υπόθεση, θήκη, κιβώτιο, κατάσταση, ζήτημα, πτώση, ιστορικό, πτώση γραμματικής; VERB: θέτω σε θήκη, θέτω σε κιβώτιο; USER: περιπτώσεις, υποθέσεις, περιπτώσεων, τις περιπτώσεις

GT GD C H L M O
causes /kɔːz/ = NOUN: αιτία, αίτιο, λόγος, αφορμή, υπόθεση, πρόξενος, σκοπός; VERB: προκαλώ, γίνομαι αιτία, προξενώ; USER: αιτίες, αίτια, αιτίων, αιτιών, προκαλεί

GT GD C H L M O
chat /tʃæt/ = NOUN: κουβέντα, φιλική συζήτηση, ομιλία; VERB: συζητώ, κουβεντιάζω; USER: κουβέντα, συνομιλήσετε, συνομιλία, συνομιλίας, κάνει chat, κάνει chat

GT GD C H L M O
college /ˈkɒl.ɪdʒ/ = NOUN: κολλέγιο, σώμα, σύλλογος, λυκείο; USER: κολέγιο, κολλέγιο, College, κολλεγίων, κολεγίου

GT GD C H L M O
community /kəˈmjuː.nə.ti/ = NOUN: κοινότητα, κοινωνία, παροικία, κοινότης, ταυτότητα; USER: κοινότητα, Κοινότητας, κοινότητάς, της κοινότητάς, κοινότητά

GT GD C H L M O
computer /kəmˈpjuː.tər/ = NOUN: ηλεκτρονικός υπολογιστής; USER: ηλεκτρονικός υπολογιστής, υπολογιστή, υπολογιστής, τον υπολογιστή, υπολογιστών

GT GD C H L M O
concerts /ˈkɒn.sət/ = NOUN: συναυλία, συνεννόηση, κοντσέρτο, αρμονία; USER: συναυλίες, συναυλιών, τις συναυλίες, κονσέρτα

GT GD C H L M O
consultant /kənˈsʌl.tənt/ = NOUN: σύμβουλος, εμπειρογνώμονας; USER: σύμβουλος, σύμβουλο, συμβούλου, συμβούλων

GT GD C H L M O
creating /kriˈeɪt/ = VERB: δημιουργώ, πλάττω; USER: δημιουργία, δημιουργώντας, τη δημιουργία, η δημιουργία, δημιουργίας

GT GD C H L M O
crm = USER: CRM, crm Στην, ΣΔΔ

GT GD C H L M O
culture /ˈkʌl.tʃər/ = NOUN: καλλιέργεια, κουλτούρα, πολιτισμός, παιδεία, μόρφωση; USER: πολιτισμός, κουλτούρα, καλλιέργεια, πολιτισμού, πολιτισμό

GT GD C H L M O
current /ˈkʌr.ənt/ = NOUN: ρεύμα, ρους; ADJECTIVE: τρέχων, ισχύων, τωρινός, τρεχούμενος, σύγχρονος, κυκλοφορών; USER: ρεύμα, τρέχων, τρέχουσα, τρέχουσες, σημερινή

GT GD C H L M O
customer /ˈkʌs.tə.mər/ = NOUN: πελάτης; USER: πελάτης, πελάτη, πελατών, των πελατών, Εξυπηρέτηση πελατών

GT GD C H L M O
databases /ˈdatəˌbās,ˈdā-/ = NOUN: βάση δεδομένων; USER: βάσεις δεδομένων, βάσεων δεδομένων, βάσεις, δεδομένων, βάσεων

GT GD C H L M O
de

GT GD C H L M O
december /dɪˈsem.bər/ = NOUN: Δεκέμβριος; USER: Δεκέμβριος, Δεκ., Δεκέμβρης, Δεκέμβριο, Δεκ

GT GD C H L M O
degree /dɪˈɡriː/ = NOUN: βαθμός, πτυχίο, δίπλωμα, μοίρα, κοινωνική θέση, βαθμός συγκρίσεως, βαθμός θερμοκρασίας, μοίρα κύκλου; USER: βαθμός, πτυχίο, δίπλωμα, βαθμό, βαθμού

GT GD C H L M O
demo /ˈdem.əʊ/ = NOUN: διαδήλωση; USER: διαδήλωση, demo, επίδειξης, δοκιμαστική, επίδειξη

GT GD C H L M O
design /dɪˈzaɪn/ = NOUN: σχέδιο, γραμμή, σκοπός, σχεδιάγραμμα; VERB: σχεδιάζω; USER: σχέδιο, σχεδιασμό, σχεδιασμού, σχεδιασμός, σχεδίαση

GT GD C H L M O
designing /dɪˈzaɪ.nɪŋ/ = NOUN: σχέδιο, σχεδίασμα; ADJECTIVE: υστερόβουλος, πανούργος, δολόπλοκος, ραδιούργος; USER: σχεδιασμό, το σχεδιασμό, σχεδίαση, τον σχεδιασμό, σχεδιάζοντας

GT GD C H L M O
developed /dɪˈvel.əpt/ = ADJECTIVE: αναπτηγμένος; USER: αναπτύχθηκε, αναπτύχθηκαν, αναπτυχθεί, ανεπτυγμένες, αναπτυγμένες, αναπτυγμένες

GT GD C H L M O
developer /dɪˈvel.ə.pər/ = USER: προγραμματιστή, προγραμματιστής, developer, έργου, δημιουργών

GT GD C H L M O
development /dɪˈvel.əp.mənt/ = NOUN: ανάπτυξη, εξέλιξη, αξιοποίηση, εμφάνιση; USER: ανάπτυξη, εξέλιξη, ανάπτυξης, την ανάπτυξη, της ανάπτυξης

GT GD C H L M O
diploma /dɪˈpləʊ.mə/ = NOUN: δίπλωμα, πτυχίο; USER: δίπλωμα, πτυχίο, διπλώματος, πτυχίου, δίπλωμα που

GT GD C H L M O
documentation /ˌdɒk.jʊ.menˈteɪ.ʃən/ = NOUN: απόδειξη με έγγραφα; USER: τεκμηρίωση, τεκμηρίωσης, έγγραφα, τεκμηρίωση του, τεκμηρίωση που

GT GD C H L M O
eclipse /ɪˈklɪps/ = NOUN: έκλειψη; VERB: επισκιάζω; USER: έκλειψη, έκλειψης, eclipse, ηλίου

GT GD C H L M O
edition /ɪˈdɪʃ.ən/ = NOUN: έκδοση; USER: έκδοση, εκδόσεις, έκδοσης, έκδοσης

GT GD C H L M O
education /ˌed.jʊˈkeɪ.ʃən/ = NOUN: εκπαίδευση, παιδεία, αγωγή, μόρφωση, διαπαιδαγώγηση, παιδαγώγηση; USER: εκπαίδευση, παιδεία, μόρφωση, εκπαίδευσης, της εκπαίδευσης

GT GD C H L M O
electronics /ilekˈträniks,ˌēlek-/ = NOUN: ηλεκτρονική, επιστήμη των ηλεκτρονίων; USER: ηλεκτρονική, Ηλεκτρονικά, ηλεκτρονικών, Electronics, ηλεκτρονικών ειδών

GT GD C H L M O
email /ˈiː.meɪl/ = USER: e-mail, email, ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ταχυδρομείου, ταχυδρομείου

GT GD C H L M O
enterprise /ˈen.tə.praɪz/ = NOUN: επιχείρηση; USER: επιχείρηση, επιχειρήσεων, επιχείρησης, των επιχειρήσεων, επιχειρήσεις

GT GD C H L M O
entity /ˈen.tɪ.ti/ = NOUN: οντότητα, ύπαρξη, ουσία; USER: οντότητα, οντότητας, οικονομική οντότητα, φορέα, φορέας

GT GD C H L M O
environments /enˈvīrənmənt,-ˈvī(ə)rn-/ = NOUN: περιβάλλο; USER: περιβάλλοντα, περιβαλλόντων, περιβάλλον, περιβάλλοντος

GT GD C H L M O
equivalence /ɪˈkwɪv.əl.ənt/ = NOUN: ισοροππία; USER: ισοδυναμία, ισοδυναμίας, ισοτιμία, την ισοδυναμία, ισοτιμίας

GT GD C H L M O
erp = USER: erp, ΕΑΙ

GT GD C H L M O
experience /ikˈspi(ə)rēəns/ = NOUN: εμπειρία, πείρα, πρακτική; VERB: λαμβάνω πείρα; USER: εμπειρία, πείρα, εμπειρίας, την εμπειρία, εμπειριών, εμπειριών

GT GD C H L M O
exploratory /ɪkˈsplɒrət(ə)ri,ɛk-/ = ADJECTIVE: εξερευνητικός; USER: διερευνητική, διερευνητικές, διερευνητικών, διερευνητικής, εξερευνητική"

GT GD C H L M O
faculty /ˈfæk.əl.ti/ = NOUN: σχολή, ικανότητα, ιδιότητα, δύναμη, καθηγητικό σώμα; USER: σχολή, ΔΕΠ, σχολής, ικανότητα, καθηγητές

GT GD C H L M O
features /ˈfiː.tʃər/ = NOUN: χαρακτηριστικό, χαρακτηριστικό εξέχον θέμα; VERB: προεξέχω, χαρακτηρίζω; USER: χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά, χαρακτηριστικών, δυνατότητες, λειτουργίες

GT GD C H L M O
february /ˈfeb.ru.ər.i/ = NOUN: Φεβρουάριος, Φλεβάρης; USER: Φεβρουάριος, Φλεβάρη, Φεβ., Φεβ, Φεβρουάριο

GT GD C H L M O
fidelity /fɪˈdel.ə.ti/ = NOUN: πιστότητα, πιστότης; USER: πιστότητα, πιστότητας, πίστη, πίστης, πιστών πελατών

GT GD C H L M O
for /fɔːr/ = PREPOSITION: για, επί, υπέρ, περί, διά, χάριν, εις, ένεκα; CONJUNCTION: διότι; USER: για, για την, για το, για τη, για τις, για τις

GT GD C H L M O
found /faʊnd/ = VERB: ιδρύω, θεμελιώνω, θεμελιώ, χύνω; USER: βρέθηκαν, βρέθηκε, βρήκε, βρεθεί, διαπιστώθηκε

GT GD C H L M O
framework /ˈfreɪm.wɜːk/ = NOUN: rámec; USER: πλαίσιο, πλαισίου, πλαίσια, πλαίσιο που, πλαίσιο που

GT GD C H L M O
from /frɒm/ = PREPOSITION: από, εκ, παρά; USER: από, από την, από το, από τις, από τη, από τη

GT GD C H L M O
fulfill /fʊlˈfɪl/ = VERB: εκπληρώ, εκπληρώνω, πραγματοποιώ; USER: πληρούν, εκπληρώσει, εκπληρώσουν, εκπληρώνουν, εκπλήρωση

GT GD C H L M O
g /dʒiː/ = NOUN: σολ; USER: g, ζ, γρ, γραμ.

GT GD C H L M O
grails

GT GD C H L M O
groups /ɡruːp/ = NOUN: ομάδα, όμιλος, ομάς, συγκρότημα, σύμπλεγμα, συνομοταξία; VERB: συμπλέκω; USER: ομάδες, ομάδων, των ομάδων, τις ομάδες, ομάδες που

GT GD C H L M O
had /hæd/ = VERB: έχω, λαμβάνω, αναγκάζομαι, κατέχω, γαμώ; USER: είχε, είχαν, έπρεπε, ήταν, έχει, έχει

GT GD C H L M O
hibernate /ˈhaɪ.bə.neɪt/ = VERB: παραχειμάζω, διαχειμάζω, ληθαργώ; USER: αδρανοποίησης, χειμερία νάρκη, αδρανοποίηση, διαχειμάζουν, hibernate

GT GD C H L M O
i /aɪ/ = PRONOUN: εγώ; USER: εγώ, i, Ι, θ, μπορώ

GT GD C H L M O
implementation /ˈɪm.plɪ.ment/ = NOUN: εκτέλεση; USER: εκτέλεση, εφαρμογή, εφαρμογής, υλοποίηση, την εφαρμογή

GT GD C H L M O
in /ɪn/ = PREPOSITION: σε, εν, εντός, εις, μέσα; USER: σε, στην, στο, στη, στον, στον

GT GD C H L M O
indoor /ˌɪnˈdɔːr/ = ADJECTIVE: εσωτερικός; USER: εσωτερικός, εσωτερική, εσωτερικούς, εσωτερικές, εσωτερικού

GT GD C H L M O
information /ˌɪn.fəˈmeɪ.ʃən/ = NOUN: πληροφορίες, πληροφορία, ενημέρωση; USER: πληροφορίες, πληροφορία, ενημέρωση, πληροφοριών, στοιχεία, στοιχεία

GT GD C H L M O
infrastructure /ˈinfrəˌstrəkCHər/ = NOUN: υποδομή; USER: υποδομή, υποδομής, υποδομών, υποδομές, των υποδομών

GT GD C H L M O
integrated /ˈɪn.tɪ.ɡreɪt/ = ADJECTIVE: ολοκληρωμένος; USER: ενσωματωθεί, ενσωματωμένο, ολοκληρωμένες, ολοκληρωμένη, ενσωματωθούν

GT GD C H L M O
intellij = USER: IntelliJ, το IntelliJ,

GT GD C H L M O
internship /ˈɪn.tɜːn.ʃɪp/ = USER: οικοτροφείο, πρακτικής άσκησης, πρακτικής, πρακτική, άσκησης

GT GD C H L M O
involving /ɪnˈvɒlv/ = VERB: εμπλέκω, συνεπάγομαι, περιλαμβάνω; USER: με τη συμμετοχή, συμμετοχή, τη συμμετοχή, αφορούν, που αφορούν

GT GD C H L M O
is /ɪz/ = USER: είναι, είναι η, αποτελεί, έχει, βρίσκεται, βρίσκεται

GT GD C H L M O
january /ˈdʒæn.jʊ.ri/ = NOUN: Ιανουάριος, Γενάρης; USER: Ιανουάριος, Γενάρης, Ιαν., Ιανουάριο, Γενάρη

GT GD C H L M O
jasper /ˈjaspər/ = NOUN: ίασπις, πολύτιμος πράσινος λίθος; USER: ίασπις, Jasper, Τζάσπερ, ίασπη, ίασπι

GT GD C H L M O
java /ˈdʒɑː.və/ = NOUN: Ιάβα; USER: Ιάβα, Java, Ιάβας, της Ιάβας

GT GD C H L M O
jpa = USER: Κοινοβουλευτική Συνέλευση Ίσης Εκπροσώπησης, JPA, ΚΣΙΕ, Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ίσης Εκπροσώπησης, της ΚΣΙΕ,

GT GD C H L M O
jquery = USER: jQuery, του jQuery, το jQuery,

GT GD C H L M O
july /dʒʊˈlaɪ/ = NOUN: Ιούλιος, Αλωνάρης; USER: Ιούλιος, Ιουλ., Ιούλ., Ιούλη, Ιουλ

GT GD C H L M O
junior /ˈdʒuː.ni.ər/ = ADJECTIVE: κατώτερος, νεώτερος; USER: κατώτερος, νεώτερος, κατώτερο, Νέων, νέους

GT GD C H L M O
language /ˈlæŋ.ɡwɪdʒ/ = NOUN: γλώσσα; USER: γλώσσα, γλώσσας, γλωσσών, γλώσσες, γλωσσικές, γλωσσικές

GT GD C H L M O
like /laɪk/ = CONJUNCTION: σαν; VERB: συμπαθώ, αρέσω, αγαπώ, βρίσκω καλό, ευρίσκω καλόν; ADJECTIVE: όμοιος; ADVERB: καθώς, αφάνταστα; USER: σαν, όπως, όπως το, όπως η

GT GD C H L M O
linux /ˈlaɪnəks/ = USER: linux, το Linux, του Linux

GT GD C H L M O
localization /ˌləʊkəlaɪˈzeɪʃən/ = NOUN: εντοπισμός; USER: εντοπισμός, εντοπισμό, εντοπισμού, localization, τοπικής προσαρμογής

GT GD C H L M O
management /ˈmæn.ɪdʒ.mənt/ = NOUN: διαχείριση, διεύθυνση, χειρισμός, κουμάντο; USER: διαχείριση, διαχείρισης, τη διαχείριση, της διαχείρισης, διαχείριση των

GT GD C H L M O
map /mæp/ = NOUN: χάρτης, γεωγραφικός χάρτης; VERB: σχεδιάζω, καθορίζω; USER: χάρτης, χάρτη, map, map χάρτης, χάρτη Το

GT GD C H L M O
maps /mæp/ = NOUN: χάρτης, γεωγραφικός χάρτης; VERB: σχεδιάζω, καθορίζω; USER: χάρτες, maps, χαρτών, Αρχική, χάρτη

GT GD C H L M O
may /meɪ/ = VERB: ενδέχεται, επιτρέπεται, μπορώ, δύναμαι, may-, may, let, may, I wish, I wish, may; USER: ενδέχεται, επιτρέπεται, ίσως, μπορεί, μπορούν, μπορούν

GT GD C H L M O
means /miːnz/ = NOUN: μέσα, μέσο; USER: μέσα, μέσο, σημαίνει, νοείται, σημαίνει ότι, σημαίνει ότι

GT GD C H L M O
members /ˈmem.bər/ = NOUN: μέλος, εταίρος, μέτοχος; USER: μέλη, τα μέλη, μελών, μέλη της, μέλη του

GT GD C H L M O
messaging = USER: μηνυμάτων, μηνύματα, messaging, ανταλλαγής μηνυμάτων, ανταλλαγή μηνυμάτων

GT GD C H L M O
methodologies /ˌmeTHəˈdäləjē/ = USER: μεθοδολογίες, μεθοδολογιών, μεθόδους, μεθοδολογίες που, μεθόδων

GT GD C H L M O
methodology /ˌmeTHəˈdäləjē/ = USER: μεθοδολογία, μεθοδολογίας, μεθοδολογία που, τη μεθοδολογία, μέθοδος

GT GD C H L M O
methods /ˈmeθ.əd/ = NOUN: μέθοδος, μεθοδικότητα; USER: μεθόδους, μέθοδοι, μεθόδων, τις μεθόδους, μεθόδους που

GT GD C H L M O
months /mʌnθ/ = NOUN: μήνας; USER: μήνες, μηνών, months, μήνα

GT GD C H L M O
mvc

GT GD C H L M O
national /ˈnæʃ.ən.əl/ = ADJECTIVE: εθνικός, υπήκοος; USER: εθνικός, υπήκοος, εθνικό, εθνικών, εθνικές

GT GD C H L M O
net /net/ = ADVERB: καθαρά; NOUN: δίχτυ, δίκτυο, απόχη, νέτος; ADJECTIVE: καθαρός, χωρίς έκπτωση, εκκαθαρισμένος; VERB: αλιεύω, καθαρίζω, ξεκαθαρίζω, ρίχνω δίχτυ, έχω καθαρό κέρδος, κάνω δίκτυο, ψαρεύω; USER: καθαρά, δίχτυ, καθαρός, δίκτυο, καθαρό

GT GD C H L M O
network /ˈnet.wɜːk/ = NOUN: δίκτυο, δικτύωμα, δικτυωτό; USER: δίκτυο, δικτύου, του δικτύου, δικτύων

GT GD C H L M O
notifications /ˌnəʊ.tɪ.fɪˈkeɪ.ʃən/ = NOUN: κοινοποίηση, γνωστοποίηση, ειδοποίηση, ανακοίνωση, αναγγελία; USER: κοινοποιήσεις, κοινοποιήσεων, ειδοποιήσεις, ανακοινώσεις, γνωστοποιήσεις

GT GD C H L M O
october /ɒkˈtəʊ.bər/ = NOUN: Οκτώβριος; USER: Οκτώβριος, Οκτ., Οκτώβρης, Οκτώβριο, Οκτ

GT GD C H L M O
of /əv/ = PREPOSITION: του, από; USER: από, του, της, των, των

GT GD C H L M O
office /ˈɒf.ɪs/ = NOUN: γραφείο, υπηρεσία, αξίωμα, λειτουργία; USER: γραφείο, αξίωμα, υπηρεσία, γραφείου, γραφείων

GT GD C H L M O
on /ɒn/ = PREPOSITION: επί, κατά, προς, επάνω, εμπρός, εις; ADVERB: κατά συνέχεια; USER: επί, κατά, για, σε, σχετικά, σχετικά

GT GD C H L M O
operating /ˈäpəˌrāt/ = ADJECTIVE: λειτουργικός; USER: λειτουργίας, που λειτουργούν, λειτουργούν, λειτουργεί, δραστηριοποιούνται

GT GD C H L M O
oracle /ˈɒr.ə.kl̩/ = NOUN: μαντείο, χρησμός, χρησμός μαντείου; USER: μαντείο, χρησμός, Oracle, χρησμό, μαντείου

GT GD C H L M O
organizes /ˈɔː.ɡən.aɪz/ = VERB: οργανώνω, διοργανώνω; USER: διοργανώνει, οργανώνει, οργανώνει τις

GT GD C H L M O
other /ˈʌð.ər/ = ADJECTIVE: άλλος; USER: άλλος, άλλα, άλλες, άλλων, άλλους, άλλους

GT GD C H L M O
outdoor /ˈaʊtˌdɔːr/ = ADJECTIVE: υπαίθριος; NOUN: ύπαιθρος; USER: υπαίθριος, Εξωτερική, υπαίθρια, Υπαίθριοι χώροι, υπαίθριο

GT GD C H L M O
partitioning = VERB: διαμελίζω, διαχωρίζω, διχοτομώ; USER: στεγανοποίηση, κατάτμηση, διαχωρισμού, διαμέρισης, στεγανοποιήσεως"

GT GD C H L M O
patterns /ˈpæt.ən/ = NOUN: πρότυπο, υπόδειγμα, πατρόν, αχνάρι; USER: πρότυπα, μοτίβα, τα πρότυπα, σχέδια, σχήματα

GT GD C H L M O
photoshop = USER: photoshop, το Photoshop, του Photoshop

GT GD C H L M O
planning /ˈplæn.ɪŋ/ = NOUN: σχεδίαση, σχεδίασμα; USER: σχεδιασμό, προγραμματισμό, τον προγραμματισμό, σχεδιασμού, σχεδιάζει

GT GD C H L M O
plugin /ˈplʌgɪn/ = USER: plugin, πρόγραμμα, πρόσθετο, το plugin, plugin για

GT GD C H L M O
practicing /ˈpræk.tɪs/ = VERB: εξασκώ, ασκούμαι, εφαρμόζω; USER: εξάσκηση, την άσκηση, άσκηση, ασκούν, που ασκούν

GT GD C H L M O
present /ˈprez.ənt/ = NOUN: παρόν, παρών, δώρο, ενεστώς, ενεστώτας, πεσκέσι; ADJECTIVE: τωρινός; VERB: παρουσιάζω, υποβάλλω, εμφανίζω, χαρίζω; USER: παρουσιάζουν, παρουσιάσει, παρουσιάζει, υποβάλει, παρουσιάσουν

GT GD C H L M O
previous /ˈpriː.vi.əs/ = ADJECTIVE: προηγούμενος, προγενέστερος, πρότερος, βιαστικός; USER: προηγούμενος, προηγούμενη, προηγούμενο, προηγούμενα, προηγούμενες

GT GD C H L M O
principles /ˈprɪn.sɪ.pl̩/ = NOUN: αρχή, αξίωμα, στοιχείο; USER: αρχές, αρχών, τις αρχές, αρχές της, αρχές που

GT GD C H L M O
producer /prəˈdjuː.sər/ = NOUN: παραγωγός, θεατρώνης, μαστροπός; USER: παραγωγός, παραγωγό, παραγωγών, τον παραγωγό, παραγωγού

GT GD C H L M O
programming /ˈprōˌgram,-grəm/ = ADJECTIVE: προγραμματισμός; USER: προγραμματισμού, προγραμματισμός, προγραμματισμό, του προγραμματισμού, τον προγραμματισμό

GT GD C H L M O
project /ˈprɒdʒ.ekt/ = NOUN: σχέδιο, πρόγραμμα; VERB: σχεδιάζω, προεκβάλλω, ρίπτω, εξέχω; USER: σχέδιο, πρόγραμμα, έργου, έργο, σχεδίου

GT GD C H L M O
projects /ˈprɒdʒ.ekt/ = NOUN: σχέδιο, πρόγραμμα; VERB: σχεδιάζω, προεκβάλλω, ρίπτω, εξέχω; USER: έργα, έργων, σχέδια, τα έργα, σχεδίων

GT GD C H L M O
quality /ˈkwɒl.ɪ.ti/ = NOUN: ποιότητα, ιδιότητα, ποιότης, αρετή, ιδιότης, περιωπή; USER: ποιότητα, ποιότητας, της ποιότητας, την ποιότητα, ποιότητα των

GT GD C H L M O
register /ˈredʒ.ɪ.stər/ = NOUN: μητρώο, καταχωρητής, καταγραφή, κατάλογος, ιδίωμα, μετρητής, καταγράφων, κατάστιχο; VERB: εγγράφω, καταγράφω, στέλλω επί συστάσει; USER: μητρώο, καταγραφή, εγγραφείτε, εγγραφή, εγγραφή της

GT GD C H L M O
reporting /rɪˈpɔːt/ = VERB: αναφέρω, εκθέτω, διαδίδω; USER: εκθέσεων, την υποβολή εκθέσεων, υποβολή εκθέσεων, αναφορά, αναφοράς

GT GD C H L M O
reports /rɪˈpɔːt/ = NOUN: έκθεση, αναφορά, απολογισμός, φήμη, κρότος; VERB: αναφέρω, εκθέτω, διαδίδω; USER: εκθέσεις, εκθέσεων, αναφορές, τις εκθέσεις, αναφορών

GT GD C H L M O
requirements /rɪˈkwaɪə.mənt/ = NOUN: απαίτηση, ανάγκη, αξίωση, χρεία; USER: απαιτήσεις, απαιτήσεων, τις απαιτήσεις, προϋποθέσεις, προδιαγραφές

GT GD C H L M O
rest /rest/ = NOUN: υπόλοιπο, ξεκούραση, ανάπαυση, ηρεμία, στήριγμα, παύση, ανάπαυλα; VERB: αναπαύομαι, ξεκουράζω, στηρίζομαι, αναπαύω, στηρίζω; USER: ανάπαυση, υπόλοιπο, ξεκούραση, ανάπαυσης, υπόλοιπη

GT GD C H L M O
review /rɪˈvjuː/ = NOUN: κριτική, αναθεώρηση, ανασκόπηση, επιθεώρηση; VERB: αναθεωρώ; USER: επανεξέταση, αναθεώρηση, επανεξετάζει, επανεξετάσει, αναθεωρήσει

GT GD C H L M O
s = ABBREVIATION: μικρό; USER: s, ες, α, ων

GT GD C H L M O
salesforce = USER: πωλητών, salesforce, προσωπικό πωλήσεων, Προώθησης Πωλήσεων, δίκτυο πωλήσεων αλλά

GT GD C H L M O
servers /ˈsɜː.vər/ = NOUN: υπηρέτης, δίσκος; USER: servers, διακομιστές, εξυπηρετητές, εξυπηρετητών, διακομιστών

GT GD C H L M O
service /ˈsɜː.vɪs/ = NOUN: υπηρεσία, εξυπηρέτηση, σέρβις, λειτουργία, θητεία; VERB: εξυπηρετώ, υπηρετώ, φροντίζω; USER: υπηρεσία, σέρβις, εξυπηρέτηση, υπηρεσιών, υπηρεσίας

GT GD C H L M O
services /ˈsɜː.vɪs/ = NOUN: υπηρεσία, εξυπηρέτηση, σέρβις, λειτουργία, θητεία; VERB: εξυπηρετώ, υπηρετώ, φροντίζω; USER: υπηρεσίες, υπηρεσιών, των υπηρεσιών, τις υπηρεσίες, υπηρεσίες που

GT GD C H L M O
session /ˈseʃ.ən/ = NOUN: συνεδρίαση, σύνοδος; USER: συνεδρίαση, σύνοδος, σύνοδο, συνόδου, συνεδρία

GT GD C H L M O
skills /skɪl/ = NOUN: επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία, επιτηδειότητα, επιδεξιότης, επιτηδειότης; USER: δεξιότητες, δεξιοτήτων, ικανότητες, τις δεξιότητες, ικανοτήτων

GT GD C H L M O
social /ˈsəʊ.ʃəl/ = ADJECTIVE: κοινωνικός; USER: κοινωνικός, κοινωνικής, κοινωνική, κοινωνικών, κοινωνικές

GT GD C H L M O
software /ˈsɒft.weər/ = NOUN: λογισμικό; USER: λογισμικό, λογισμικού, Software, το λογισμικό, του λογισμικού

GT GD C H L M O
specialties /ˈspeʃ.əl.ti/ = NOUN: ειδικότητα, σπεσιαλιτέ, ειδικότης, ειδικό χαρακτηριστικό; USER: σπεσιαλιτέ, ειδικότητες, ειδικοτήτων, ιδιότυπα, σπεσιαλιτέ της

GT GD C H L M O
specifications /ˌspes.ɪ.fɪˈkeɪ.ʃən/ = NOUN: προσδιορισμός, διασάφηση, λεπτομέρεια, λεπτομερής όρος; USER: προδιαγραφές, προδιαγραφών, τις προδιαγραφές, προδιαγραφές που, χαρακτηριστικά

GT GD C H L M O
spring /sprɪŋ/ = NOUN: άνοιξη, ελατήριο, πηγή, πήδημα; VERB: αναπηδώ, φύομαι, πηδώ, πηγάζω; USER: άνοιξη, ελατήριο, πηγή, άνοιξης, την άνοιξη

GT GD C H L M O
sql = USER: SQL, τον SQL, του SQL

GT GD C H L M O
staff /stɑːf/ = NOUN: προσωπικό, επιτελείο, ράβδος, σκυτάλη, βακτήρια, πεντάγραμμα μουσικής; VERB: επανδρώνω; USER: προσωπικό, προσωπικού, το προσωπικό, του προσωπικού, υπαλλήλων

GT GD C H L M O
stage /steɪdʒ/ = NOUN: στάδιο, φάση, σκηνή, εξέδρα, λεωφορείο, παλκοσενικό; VERB: αναβιβάζω επί της σκηνής, σκηνοθετώ; USER: στάδιο, φάση, σκηνή, σταδίου, το στάδιο

GT GD C H L M O
starting /stɑːt/ = NOUN: εκκίνηση, ξεκίνημα; ADJECTIVE: εκκινών, αρχίζων; USER: εκκίνηση, εκκίνησης, έναρξη, ξεκινώντας, την έναρξη

GT GD C H L M O
struts /strət/ = USER: αντηρίδες, ορθοστάτες, υποστηριγμάτων, δοκοί, αντηρίδων,

GT GD C H L M O
student /ˈstjuː.dənt/ = NOUN: φοιτητής, σπουδαστής; USER: φοιτητής, σπουδαστής, σπουδαστών, φοιτητή, μαθητή, μαθητή

GT GD C H L M O
subversion

GT GD C H L M O
summary /ˈsʌm.ər.i/ = NOUN: περίληψη, σύνοψη; ADJECTIVE: συνοπτικός, περηλιπτικός, σύντομος; USER: περίληψη, σύνοψη, συνοπτική, summary, συνοπτικά

GT GD C H L M O
support /səˈpɔːt/ = NOUN: υποστήριξη, συντήρηση, υποστήριγμα, επιδότηση, συμπαράσταση; VERB: υποστηρίζω, στηρίζω, συντηρώ, στυλώνω, ανέχομαι; USER: υποστήριξη, υποστηρίζω, στήριξη, υποστηρίξει, την υποστήριξη

GT GD C H L M O
swing /swɪŋ/ = NOUN: κούνια, αιώρηση, αιώρα, κούνημα; VERB: αιωρούμαι, ταλαντεύομαι, κουνιούμαι, κουνώ; USER: κούνια, αιώρηση, ταλαντεύεται, swing, ταλάντευση

GT GD C H L M O
switching /swiCH/ = VERB: αλλάζω διεύθυνση, κραδαίνω, μαστιγώνω, αλλάσω διεύθυνση; USER: μεταγωγής, εναλλαγή, μεταγωγή, αλλαγή, μετάβαση

GT GD C H L M O
system /ˈsɪs.təm/ = NOUN: σύστημα, μέθοδος; USER: σύστημα, συστήματος, του συστήματος, το σύστημα, το σύστημα

GT GD C H L M O
systems /ˈsɪs.təm/ = NOUN: σύστημα, μέθοδος; USER: συστήματα, συστημάτων, τα συστήματα, των συστημάτων, σύστημα

GT GD C H L M O
tasks /tɑːsk/ = NOUN: έργο, αγγαρεία; USER: καθήκοντα, εργασίες, τα καθήκοντα, καθηκόντων, καθήκοντά

GT GD C H L M O
team /tēm/ = NOUN: ομάδα, ζεύγος ζώων; ADJECTIVE: ομαδικός; USER: ομάδα, ομάδας, Φιλοξενούμενος, την ομάδα, η ομάδα, η ομάδα

GT GD C H L M O
technologies /tekˈnɒl.ə.dʒi/ = NOUN: τεχνολογία; USER: τεχνολογιών, τεχνολογίες, των τεχνολογιών, τεχνολογίες που, τεχνολογίες της

GT GD C H L M O
technology /tekˈnɒl.ə.dʒi/ = NOUN: τεχνολογία; USER: τεχνολογία, τεχνολογίας, της τεχνολογίας, την τεχνολογία, τεχνολογιών

GT GD C H L M O
test /test/ = NOUN: δοκιμή, εξέταση, κριτήριο, εξετάσεις, όστρακο, μέσο δοκιμής; VERB: δοκιμάζω; USER: δοκιμή, εξέταση, δοκιμής, δοκιμών, δοκιμασία, δοκιμασία

GT GD C H L M O
testing /ˈtes.tɪŋ/ = VERB: δοκιμάζω; USER: δοκιμές, δοκιμή, δοκιμών, δοκιμής, έλεγχο

GT GD C H L M O
that /ðæt/ = CONJUNCTION: ότι, ώστε, πως; ADVERB: τόσο; PRONOUN: εκείνος, όστις; USER: ότι, πως, ώστε, που, ότι η, ότι η

GT GD C H L M O
the /ðiː/ = ARTICLE: ο; USER: ο, η, το, την, της

GT GD C H L M O
ticketing /ˈtikit/ = USER: έκδοση εισιτηρίων, εισιτηρίων, έκδοσης εισιτηρίων, εισιτήρια, ticketing,

GT GD C H L M O
to /tuː/ = USER: to-, to, για, προς, μέχρι, εις; USER: να, για, προς, μέχρι, σε, σε

GT GD C H L M O
tomcat /ˈtɒm.kæt/ = NOUN: γάτος, αίλουρος; USER: γάτος, αίλουρος, Tomcat, του Tomcat, το Tomcat

GT GD C H L M O
trade /treɪd/ = NOUN: εμπόριο, τέχνη; VERB: ανταλλάσσω, εμπορεύομαι, συναλλάσσομαι; USER: εμπόριο, συναλλαγές, το εμπόριο, εμπορίου, εμπορικές, εμπορικές

GT GD C H L M O
univ = USER: Παν, univ, Πανεπιστήμιο, πανεπιστημίου, γενικ"

GT GD C H L M O
using /juːz/ = VERB: χρησιμοποιώ, συνηθίζω, κάνω χρήση, μεταχειρίζομαι; USER: χρησιμοποιώντας, χρήση, τη χρήση, με, χρησιμοποιούν, χρησιμοποιούν

GT GD C H L M O
value /ˈvæl.juː/ = NOUN: αξία, τιμή, αντίμο; VERB: εκτιμώ; USER: αξία, τιμή, αξίας, value, την αξία

GT GD C H L M O
various /ˈveə.ri.əs/ = ADJECTIVE: διάφορος, ποικίλος, πάντος είδους; USER: διάφορα, διάφορες, διαφόρων, των διαφόρων, διάφορους

GT GD C H L M O
velocity /vəˈlɒs.ɪ.ti/ = NOUN: ταχύτητα, ταχύτης; USER: ταχύτητα, ταχύτητας, ταχύτητος, ταχύτητα του, η ταχύτητα

GT GD C H L M O
volunteer /ˌvɒl.ənˈtɪər/ = NOUN: εθελοντής; VERB: προσφέρω εθελοντικώς, προσφέρομαι εθελοντικώς; USER: εθελοντής, εθελοντικά, εθελοντές, εθελοντική, εθελοντή

GT GD C H L M O
web /web/ = NOUN: ιστός, μεμβράνη, ύφασμα, υφή; VERB: περιπλέκω, συνυφαίνω; USER: ιστός, Web, διαδίκτυο, στο Web, ιστοσελίδων

GT GD C H L M O
windows /ˈwɪn.dəʊ/ = NOUN: παράθυρο; USER: παράθυρα, windows, παραθύρων, τα παράθυρα, τζάμια

GT GD C H L M O
with /wɪð/ = PREPOSITION: με, μαζί, μετά, συν; USER: με, με το, με την, με τις, με τα, με τα

GT GD C H L M O
xhtml /ˌeks.eɪtʃ.tiː.emˈel/ = USER: xhtml, σήμανσης xhtml

GT GD C H L M O
xml /ˌeks.emˈel/ = USER: xml, Γιατροί, Γιατροί Χωρίς,

GT GD C H L M O
year /jɪər/ = NOUN: έτος, χρόνος; USER: έτος, έτους, χρόνο, το έτος, περίοδο, περίοδο

GT GD C H L M O
years /jɪər/ = NOUN: έτος, χρόνος; USER: χρόνια, έτη, ετών, χρονών, χρονών

196 words